Μετάφραση του "complicity" σε Ελληνικά

Οι συνενοχή, συνέργεια, συναυτουργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "complicity" σε Ελληνικά.

complicity noun γραμματική

The state of being complicit; involvement as a partner or accomplice, especially in a crime or other wrongdoing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνενοχή

    feminine

    Fred Macaslim, you're accused of armed robbery and complicity in murder.

    Φρεντ Μακάσλιμ, κατηγορείσαι για ένοπλη ληστεία και συνενοχή σε δολοφονία.

  • συνέργεια

  • συναυτουργία

    It may be mistaken for complicity.

    Μπορεί εσφαλμένα να θεωρηθεί συναυτουργία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " complicity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "complicity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "complicity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη