Μετάφραση του "compost" σε Ελληνικά
Οι κομπόστ, λίπασμα, κοπρόχωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compost" σε Ελληνικά.
The decayed remains of organic matter that has rotted into a natural fertilizer [..]
-
κομπόστ
neuterWhen it is spaded into the ground, compost conditions the soil.
Όταν αναμειγνύεται με το υπόλοιπο χώμα, το «κομπόστ» βελτιώνει το έδαφος.
-
λίπασμα
noun neuterAnd then I realized that my wallet was in the composting heap.
Και τότε κατάλαβα ότι το πορτοφόλι μου ήταν στο σωρό του λιπάσματος.
-
κοπρόχωμα
neuterdecayed remains of organic matter
If the planned new directive on "compost" is to be introduced, it should be reserved for selected source separated organic waste.
Στην περίπτωση που εκδοθεί η σχεδιαζόμενη οδηγία με θέμα το "κοπρόχωμα" θα πρέπει να αναφέρεται σε επιλεγμένες πηγές που έχουν αποχωριστεί από τα οργανικά απόβλητα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κόμποστ
- φουσκί
- φυσικός
- λιπασματοποίηση
- Κομπόστ
- οργανικό λίπασμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compost " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "compost"
Φράσεις παρόμοιες με "compost" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοπρόχωμα από απόβλητη λάσπη
-
λιπασματοποίηση από τον παραγωγό
-
ζυμώσιμα απορρίμματα
-
Κομποστοποίηση · λιπασματοποίηση
-
Κομποστοποίηση · λιπασματοποίηση