Μετάφραση του "conceitedness" σε Ελληνικά
Οι κενοδοξία, ματαιοδοξία, ματαιοφροσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conceitedness" σε Ελληνικά.
conceitedness
noun
γραμματική
The state of being conceited; conceit; vanity. [..]
-
κενοδοξία
noun -
ματαιοδοξία
noun feminine -
ματαιοφροσύνη
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conceitedness " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη