Μετάφραση του "concentric" σε Ελληνικά
Οι ομόκεντρος, ομοκεντρικός, συγκεντρωτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concentric" σε Ελληνικά.
concentric
adjective
γραμματική
(geometry) Having a common center. [..]
-
ομόκεντρος
adjective masculineThe reference axis is perpendicular to the reference plane and concentric with the reference diameter of the cap
Ο άξονας αναφοράς είναι κάθετος στο επίπεδο αναφοράς και ομόκεντρος με τη διάμετρο αναφοράς του κάλυκα
-
ομοκεντρικός
-
συγκεντρωτικός
-
ομοαξονικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concentric " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Concentric
-
Ομόκεντρος, συγκεντρικός
Εικόνες με "concentric"
Φράσεις παρόμοιες με "concentric" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκεντρωτής γραμμών
-
Λόγος συγκέντρωσης γραμμών
-
συγκέντρωση του πληθυσμού
-
ομόκεντροι κύκλοι
-
συγκεντρώνοντας
-
συμπυκνωμένο γάλα
-
αστικό κέντρο
-
συγκεντρώνομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη