Μετάφραση του "concept" σε Ελληνικά
Οι έννοια, ιδέα, σύλληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concept" σε Ελληνικά.
An understanding retained in the mind, from experience, reasoning and/or imagination; a generalization (generic, basic form), or abstraction (mental impression), of a particular set of instances or occurrences (specific, though different, recorded manifestations of the concept). [..]
-
έννοια
noun femininesomething understood and retained in the mind [..]
If the group concept is applied, substances shall be classified and labelled on this basis.
Εάν εφαρμόζεται η έννοια της ομάδας, οι ουσίες ταξινομούνται και επισημαίνονται σε αυτή τη βάση.
-
ιδέα
noun feminineI believe the concept of an open approach to these problems is the main solution for the future.
Πιστεύω ότι η κύρια λύση για το μέλλον είναι η ιδέα μιας ανοιχτής προσέγγισης αυτών των προβλημάτων.
-
σύλληψη
noun femininesomething understood and retained in the mind
The concept is attractive in terms of its underlying economic rationale.
Η σύλληψη αυτή είναι ελκυστική από την άποψη της εγγενούς οικονομικής λογικής της.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αφηρημένη έννοια
- γενική έννοια
- σχέδιο
- αντίληψη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concept " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Γενική ιδέα, έννοια, βασική αρχή
Φράσεις παρόμοιες με "concept" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έννοια · αντίληψη · εγκυμοσύνη · επικύηση · επινόημα · επινόηση · εφεύρημα · ιδέα · κατασκευή · κυοφορία · κύηση · σύλληψη
-
χρονοδιάγραμμα τριών χρόνων
-
Άμωμος σύλληψη · άμωμος σύλληψη
-
επαλήθευση ιδέας · επαλήθευση ιδέας, αρχής λειτουργίας
-
αυτοαντίληψη
-
αόριστη νομική έννοια
-
νομικός όρος
-
Επαλήθευση γενικής ιδέας