Μετάφραση του "concurrently" σε Ελληνικά
Οι συγχρόνως, ταυτοχρόνως, ταυτόχρονα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concurrently" σε Ελληνικά.
concurrently
adverb
γραμματική
in a concurrent manner; at the same time [..]
-
συγχρόνως
adverbIt is illogical to have concurrent authorization and derogation.
Είναι παράλογο να υπάρχει συγχρόνως έγκριση και κατάργηση.
-
ταυτοχρόνως
adverbTo each stage there shall be assigned a set of actions to be initiated and carried through concurrently.
Σε κάθε στάδιο αντιστοιχεί ένα σύνολο μέτρων που πρέπει να ληφθούν και εκτελεσθούν ταυτοχρόνως.
-
ταυτόχρονα
adverbThe receiving station shall consider all sector fields concurrently.
Ο σταθμός λήψης θα λάβει ταυτόχρονα υπόψη όλα τα πεδία του τομέα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " concurrently " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "concurrently"
Φράσεις παρόμοιες με "concurrently" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ταυτόχρονος, συντρέχων
-
Σύστημα ενημέρωσης εκδόσεων
-
παράλληλη λειτουργία
-
Έλεγχος Ταυτοχρονισμού
-
Σύγχρονη ανίχνευση σφάλματος
-
Ταυτοχρονισμός · ταυτόχρονη εκτέλεση · ταύτιση
-
ομοφωνία · συμφωνία · σύμπτωση · σύμπτωση απόψεων · ταύτιση
-
Σύγχρονη ανίχνευση σφάλματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη