Μετάφραση του "concurrence" σε Ελληνικά

Οι σύμπτωση, σύμπτωση απόψεων, συμφωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "concurrence" σε Ελληνικά.

concurrence noun γραμματική

Agreement; concurring. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύμπτωση

    noun feminine

    instance of simultaneous occurrence

    The public and private capital contributions are therefore plainly concurrent.

    Οι εισφορές δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων πραγματοποιήθηκαν συνεπώς με αυστηρή χρονική σύμπτωση.

  • σύμπτωση απόψεων

    feminine

    agreement

  • συμφωνία

    noun feminine

    the lack of concurrence of wills between the parties seeking application of the 1975 side letters after August 2000;

    της αποκλίσεως των βουλήσεων των διαδίκων περί της εφαρμογής των συμφωνιών του 1975 μετά τον Αύγουστο 2000·

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομοφωνία
    • ταύτιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " concurrence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "concurrence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "concurrence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη