Μετάφραση του "conditional" σε Ελληνικά

Οι υποθετικός, υπό αίρεση, υπό συνθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conditional" σε Ελληνικά.

conditional adjective noun γραμματική

(grammar) More completely conditional sentence, a statement that depends on a condition being true or false. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποθετικός

    adjective masculine

    limited by a condition

    Even without these words the conditional nature of the passage in question is adequately expressed in the language of the case.

    Και χωρίς αυτές τις λέξεις εκφράζεται πλήρως ο υποθετικός χαρακτήρας του εν λόγω χωρίου και στη γλώσσα της διαδικασίας.

  • υπό αίρεση

    In the case of the conditional marketing authorisation, authorisation is granted before all data are available.

    Στην περίπτωση της άδειας κυκλοφορίας υπό αίρεση, χορηγείται άδεια πριν να είναι διαθέσιμα όλα τα στοιχεία.

  • υπό συνθήκη

    The tubes must be filled under clean but not necessarily sterile conditions.

    Η πλήρωση των σωλήνων πρέπει να γίνεται υπό συνθήκας καθαριότητος, αλλά όχι απαραιτήτως υπό συνθήκας αποστειρώσεως.

  • υπό όρους

    Of, pertaining to, or characteristic of an action or operation that takes place based on whether or not a certain condition is true.

    A conditional stage-payment contract includes a fixed stage which is accompanied by a budgetary commitment and one or more conditional stages.

    Η σύμβαση με υπό όρους καταβαλλόμενες δόσεις περιλαμβάνει μία σταθερή δόση, που συνοδεύεται από δημοσιονομική δέσμευση και μία ή περισσότερες υπό όρους καταβαλλόμενες δόσεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conditional " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conditional" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conditional" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη