Μετάφραση του "Condition" σε Ελληνικά

Οι Συνθήκη, όρος, κατάσταση, προϋπόθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Condition" σε Ελληνικά.

Condition
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνθήκη, όρος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Condition " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

condition verb noun γραμματική

A logical clause or phrase that a conditional statement uses. The phrase can either be true or false. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατάσταση

    noun feminine

    health status of a patient [..]

    Tom's condition is deteriorating rapidly.

    Η κατάσταση του Toμ επιδεινώνεται ραγδαία.

  • προϋπόθεση

    noun feminine

    requirement, term or requisite

    The acquisition of skills needed in the labour market is an important condition for employability.

    Η απόκτηση των δεξιοτήτων που χρειάζονται στην αγορά εργασίας αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την απασχολησιμότητα.

  • όρος

    noun masculine

    clause in a contract or agreement [..]

    The Council shall unanimously decide whether this condition has been met.

    Το Συμβούλιο αποφασίζει ομόφωνα κατά πόσον έχει πληρωθεί ο όρος αυτός.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνθήκη
    • θέση
    • συνθήκες
    • προσαρμογή
    • συμφωνία
    • διέπω
    • αντοχή
    • γαλβανίζω
    • κα8εστώς
    • πειθαρχώ
    • εκπαιδεύω
    • αυτοματοποιώ
    • φαινόμενο

Φράσεις παρόμοιες με "Condition" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Condition" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη