Μετάφραση του "conduction" σε Ελληνικά
Οι μεταβίβαση, αγωγή, μεταβίβαση, διοχέτευση ρεύματος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conduction" σε Ελληνικά.
conduction
noun
γραμματική
(physics) The conveying of heat or electricity through material. [..]
-
μεταβίβαση
noun feminineAnd that's evident here with the slower conduction.
Κι αυτό φαίνεται εδώ με τη χαμηλότερη μεταβίβαση.
-
αγωγή, μεταβίβαση
-
διοχέτευση ρεύματος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conduction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conduction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αγώγιμο μελάνι
-
επιφανειακή αγωγιμότητα
-
αγωγιμότητα εδάφους
-
ιπποτισμός
-
διεγαγω,πραγματοποιω
-
Άγω, διεξάγω
-
Ανιχνευτής θερμικής αγωγιμότητας
-
Ηλεκτρική αγωγιμότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη