Μετάφραση του "confect" σε Ελληνικά
Το ζαχαρωτό είναι η μετάφραση του "confect" σε Ελληνικά.
confect
verb
noun
γραμματική
To make up, prepare, compound, construct, assemble, form, mix, mingle or put together by combining ingredients or materials; to concoct. [..]
-
ζαχαρωτό
noun neuterYou're confection Goodness knows
Είσαι σκέτο ζαχαρωτό Ο Θεός το ξέρει αυτό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confect " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "confect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γλυκό · γλύκα · γλύκισμα · ζαχαρωτό · σοκολατάκι
-
γλυκό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη