Μετάφραση του "confection" σε Ελληνικά

Οι γλύκισμα, ζαχαρωτό, σοκολατάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confection" σε Ελληνικά.

confection verb noun γραμματική

A food item prepared very sweet, frequently decorated in fine detail, and often preserved with sugar, such as a candy, sweetmeat, fruit preserve, pastry, cake or the like. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλύκισμα

    noun neuter

    food item

    It traces its origins back to the home-made confections baked and eaten at Easter.

    Αρχικά, επρόκειτο για οικογενειακό γλύκισμα που παρασκευαζόταν και προσφερόταν για τις γιορτές του Πάσχα.

  • ζαχαρωτό

    noun neuter

    You're confection Goodness knows

    Είσαι σκέτο ζαχαρωτό Ο Θεός το ξέρει αυτό

  • σοκολατάκι

    noun neuter

    This historic confection will cost a total of EUR 3.2 billion.

    Αυτό το ιστορικό σοκολατάκι θα σας κοστίσει συνολικά 3,2 δις ευρώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γλύκα
    • γλυκό
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " confection " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "confection" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "confection" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη