Μετάφραση του "confessor" σε Ελληνικά

Οι ομολογητής, πνευματικός, εξομολογητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confessor" σε Ελληνικά.

confessor noun γραμματική

One who confesses to having done something wrong [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομολογητής

    noun masculine

    one who confesses faith in Christianity

  • πνευματικός

    adjective masculine

    priest who hears confession [..]

    But I confessed, and my confessor made me denounce him to the others.

    Αλλά εξομολογήθηκα, και ο πνευματικός μου μ'ανάγκασε να τον καταδώσω στους υπόλοιπους.

  • εξομολογητής

    noun masculine

    To find that out, I've got to become his doctor, his confessor.

    Για να το μάθω αυτό, πρέπει να γίνω γιατρός του, εξομολογητής του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " confessor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "confessor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "confessor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη