Μετάφραση του "confinement" σε Ελληνικά

Οι τοκετός, φυλάκιση, περιορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confinement" σε Ελληνικά.

confinement noun γραμματική

the act of confining or the state of being confined [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοκετός

    noun masculine

    lying-in

    The confinement was a hard one, and she died, Nan.

    Ο τοκετός ήταν αρκετά δύσκολος, και πέθανε, Ναν.

  • φυλάκιση

    noun feminine

    state of being confined

    The baroness wishes only confinement for the wife of Maddox.

    Η βαρόνη επιθυμεί μόνο φυλάκιση για τη σύζυγο του Μάντοξ.

  • περιορισμός

    noun masculine

    Animals raised in confinement for hunting purposes and not for producing meat are not included here.

    Δεν περιλαμβάνονται εδώ τα ζώα που εκτρέφονται υπό περιορισμό για σκοπούς θήρας και όχι για την παραγωγή κρέατος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκλεισμός
    • λοχεία
    • κράτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " confinement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "confinement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Περιορίζω
  • στενόχωρος
  • κελί απομόνωσης
  • αυτοπεριορίζομαι · εγκλείω · καθηλώνω · κρατώ · οριοθετώ · περιορίζω · περιορισμός · σφίγγω · φυλακίζω · όριο
  • εγκλείω · θέτω υπό κράτηση · περιορίζω
  • αποκλεισμένος · περιορισμένος · στενόχωρος
  • δεσμά
  • εισαγωγή σε ψυχιατρείο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "confinement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη