Μετάφραση του "confining" σε Ελληνικά

Το στενόχωρος είναι η μετάφραση του "confining" σε Ελληνικά.

confining adjective verb

Present participle of confine. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στενόχωρος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " confining " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "confining" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Περιορίζω
  • κελί απομόνωσης
  • αυτοπεριορίζομαι · εγκλείω · καθηλώνω · κρατώ · οριοθετώ · περιορίζω · περιορισμός · σφίγγω · φυλακίζω · όριο
  • εγκλείω · θέτω υπό κράτηση · περιορίζω
  • αποκλεισμένος · περιορισμένος · στενόχωρος
  • δεσμά
  • εγκλεισμός · κράτηση · λοχεία · περιορισμός · τοκετός · φυλάκιση
  • εισαγωγή σε ψυχιατρείο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "confining" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη