Μετάφραση του "confirmed" σε Ελληνικά
Οι επιβεβαιωμένος, αποδεδειγμένος, κατακυρωθείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confirmed" σε Ελληνικά.
confirmed
adjective
verb
Simple past tense and past participle of confirm. [..]
-
επιβεβαιωμένος
adjective masculineBut I'm pretty sure that Robin's a confirmed bachelor...
Αλλά είμαι σίγουρη ότι ο Ρόμπιν είναι ένας επιβεβαιωμένος εργένης...
-
αποδεδειγμένος
Adjective -
κατακυρωθείς
particle
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φιξ
- επικυρωμένος
- καθιερωμένος
- αδιόρθωτος
- βέρος
- εκ πεποιθήσεως
- μέχρι το κόκαλο
- με περικεφαλαία
- τελειωμένος (+ουσ.)
- χρόνιος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confirmed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "confirmed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεροληπτική επιβεβαίωση
-
Επιβεβαίωση κατά την άφιξη
-
μήνυμα επιβεβαίωσης ενεργοποίησης
-
Επιβεβαιωμένη ημερομηνία παράδοσης
-
Χρονικό όριο επιβεβαίωσης
-
σελίδα επιβεβαίωσης
-
Επιβεβαίωση κατά την άφιξη
-
βεβαιώνω · εγκρίνω · επιβεβαίωση · επιβεβαιώνω · επικυρώνω · οριστικοποιώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη