Μετάφραση του "confiscating" σε Ελληνικά
Το δημευτικός είναι η μετάφραση του "confiscating" σε Ελληνικά.
confiscating
verb
Present participle of confiscate. [..]
-
δημευτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confiscating " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "confiscating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δήμευση
-
κατάσχω
-
αιχμαλωτίζω · δημεύω · κατάσχω · συλλαμβάνω
-
δήμευση · δήμευσις · κατάσχεση
-
δήμευση · δήμευσις · κατάσχεση
-
αιχμαλωτίζω · δημεύω · κατάσχω · συλλαμβάνω
-
δήμευση · δήμευσις · κατάσχεση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη