Μετάφραση του "confront" σε Ελληνικά

Οι αντιμετωπίζω, αντικρίζω, ενασχολούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confront" σε Ελληνικά.

confront verb γραμματική

(transitive) To stand or meet facing, especially in competition, hostility or defiance; to come face to face with; to oppose; to challenge. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντιμετωπίζω

    verb

    Elderly and deceased is a far easier concept to confront than young and suffering.

    Ηλικιωμένος και αποθανών είναι ευκολότερο να αντιμετωπιστεί από τους νέους που υποφέρουν.

  • αντικρίζω

    verb
  • ενασχολούμαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοντράρω
    • έρχομαι αντιμέτωπος με
    • έρχομαι σε αντιπαράθεση με
    • ζητώ εξηγήσεις
    • τα βάζω με
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " confront " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "confront" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "confront" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη