Μετάφραση του "confounding" σε Ελληνικά
Οι αναπάντητος, λαβυρινθώδης, μυστήριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confounding" σε Ελληνικά.
confounding
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of confound. [..]
-
αναπάντητος
Adjective -
λαβυρινθώδης
-
μυστήριος
-
πολύπλοκος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " confounding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "confounding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καταραμένος
-
ανακατώνω · αναστατώνω · μπερδεύω · οδηγώ σε σύγχυση · προκαλώ σύγχυση · συγχέω · συγχύζω · ταράσσω · φέρνω σε αμηχανία
-
μπερδεύω
-
ανακατώνω · αναστατώνω · μπερδεύω · οδηγώ σε σύγχυση · προκαλώ σύγχυση · συγχέω · συγχύζω · ταράσσω · φέρνω σε αμηχανία
-
καταραμένος
-
καταραμένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη