Μετάφραση του "congregate" σε Ελληνικά
Οι συναθροίζω, συνέρχομαι, αθροίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "congregate" σε Ελληνικά.
congregate
adjective
verb
γραμματική
(intransitive): To come together; to assemble; to meet. [..]
-
συναθροίζω
verbThis design provides usable space, such as for congregation meetings.
Αυτός ο τρόπος κατασκευής αφήνει ωφέλιμο χώρο, λόγου χάρη για συναθροίσεις.
-
συνέρχομαι
verb -
αθροίζω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συγκεντρώνω
- συγκεντρώνομαι
- συνάζω
- συνενώνω
- μαζεύω
- συλλέγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " congregate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "congregate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Χριστιανική Εκκλησία των Μαρτύρων του Ιεχωβά
-
Κογκρεγκασιοναλιστική Εκκλησία
-
αδελφότητα · εκκλησίασμα · συνάθροιση · σύναξη
-
εκκλησίασμα
-
αδελφότητα · εκκλησίασμα · συνάθροιση · σύναξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη