Μετάφραση του "congregating" σε Ελληνικά

Το εκκλησίασμα είναι η μετάφραση του "congregating" σε Ελληνικά.

congregating verb noun

Present participle of congregate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκκλησίασμα

    noun

    When it comes to sinners, no sewer in the world could provide such a congregation.

    Οταν μιλάμε για αμαρτωλούς, κανένας υπόνομος στον κόσμο δεν μπορεί να εξασφαλίσει τέτοιο εκκλησίασμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " congregating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "congregating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αθροίζω · μαζεύω · συγκεντρώνομαι · συγκεντρώνω · συλλέγω · συνάζω · συνέρχομαι · συναθροίζω · συνενώνω
  • Χριστιανική Εκκλησία των Μαρτύρων του Ιεχωβά
  • Κογκρεγκασιοναλιστική Εκκλησία
  • αδελφότητα · εκκλησίασμα · συνάθροιση · σύναξη
  • αδελφότητα · εκκλησίασμα · συνάθροιση · σύναξη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "congregating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη