Μετάφραση του "conjunction" σε Ελληνικά

Οι σύνδεσμος, σύνδεση, σύνοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conjunction" σε Ελληνικά.

conjunction noun γραμματική

The act of joining, or condition of being joined. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεσμος

    noun masculine

    grammar: word used to join words or phrases

    The use of the conjunction and indicates that the criteria are of equal weight.

    Η χρήση του συνδέσμου «και» υποδηλώνει την ίση αξία των κριτηρίων.

  • σύνδεση

    noun feminine

    act of joining or being joined

    This tie-in of “the child” with “took” is made by the conjunction “and.”

    Αυτή η σύνδεση της λέξης «παιδί» με το ρήμα «πήρε» γίνεται με το συνδετικό «καθώς και».

  • σύνοδος

    noun feminine

    astronomy: alignment of two bodies in the solar system such that they have the same longitude when seen from Earth [..]

    A number of scholars have proposed that it was a conjunction of planets.

    Αρκετοί μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι επρόκειτο για σύνοδο πλανητών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύζευξη
    • Σύνδεσμος
    • Σύνοδος
    • σύμπτωση
    • ένωση
    • συνένωση
    • ευθυγράμμιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conjunction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Conjunction
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σύνδεση, σύνδεσμος

Φράσεις παρόμοιες με "conjunction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conjunction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη