Μετάφραση του "conjunctive" σε Ελληνικά

Οι ενωμένος, κοινός, συνδεδεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conjunctive" σε Ελληνικά.

conjunctive adjective noun γραμματική

(grammar) relating to a conjunction [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενωμένος

    adjective masculine
  • κοινός

    adjective
  • συνδεδεμένος

    adjective masculine

    organising visits for students in conjunction with participating universities,

    Οργάνωση των επισκέψεων φοιτητών σε συνεργασία με τα συνδεδεμένα πανεπιστήμια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conjunctive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "conjunctive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Σύνδεσμος · Σύνοδος · ένωση · ευθυγράμμιση · συνένωση · σύζευξη · σύμπτωση · σύνδεση · σύνδεσμος · σύνοδος
  • υποτακτική
  • σε συνδυασμό με · σε συνεργασία με
  • κοινός
  • Επιπεφυκίτιδα · επιπεφυκίτιδα
  • Σύνδεση, σύνδεσμος
  • Σύνδεση, σύνδεσμος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conjunctive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη