Μετάφραση του "conjuncture" σε Ελληνικά

Οι συγκυρία, σύμπτωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conjuncture" σε Ελληνικά.

conjuncture noun γραμματική

A combination of events or circumstances; a conjunction; a union. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συγκυρία

    noun feminine

    A combination of events or circumstances

    However, such tax measures are generally taken for structural and not conjunctural reasons.

    Πάντως, φορολογικά μέτρα του είδους αυτού λαμβάνονται συνήθως για διαρθρωτικούς λόγους και όχι για λόγους συγκυρίας.

  • σύμπτωση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " conjuncture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "conjuncture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη