Μετάφραση του "connotation" σε Ελληνικά

Οι έννοια, συνεκδοχή, υποδήλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "connotation" σε Ελληνικά.

connotation noun γραμματική

A meaning of a word or phrase that is suggested or implied, as opposed to a denotation, or literal meaning. A characteristic of words or phrases, or of the contexts that words and phrases are used in. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έννοια

    noun feminine

    Its origins and connotations have been inextricably linked To religion and mythology.

    Η προέλευση και η έννοια του, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θρησκεία και τη μυθολογία.

  • συνεκδοχή

    feminine

    suggested or implied meaning

  • υποδήλωση

    feminine

    suggested or implied meaning

    In English the word lean has a connotation of physically listing or moving to one side.

    Στα Ελληνικά η λέξη επιστηρίζομαι έχει μία υποδήλωση ότι κλίνουμε σωματικώς ή μετακινούμαστε στη μία πλευρά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνδήλωση
    • συμπαραδήλωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " connotation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "connotation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • παραπέμπω συνειρμικά σε · σημαίνω · συμβολίζω · υποδηλώνω
  • υποδηλωμένος
  • παραπέμπω συνειρμικά σε · σημαίνω · συμβολίζω · υποδηλώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "connotation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη