Μετάφραση του "consecrate" σε Ελληνικά

Οι αγιάζω, αφιερώνω, καθαγιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consecrate" σε Ελληνικά.

consecrate adjective verb γραμματική

To declare, or otherwise make something holy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγιάζω

    verb

    to declare, or otherwise make something holy

  • αφιερώνω

    verb

    The ancestors want her consecrated to the earth so her magic can fuel our community.

    Οι πρόγονοι θέλω αφιερωμένη στη γη έτσι τη μαγεία της μπορεί να τροφοδοτήσει την κοινότητά μας.

  • καθαγιάζω

    So long as she can consecrate the land with fresh blood every year, she'll leave us alone.

    Εφ'όσον αυτή μπορεί να καθαγιάσει τη γη με φρέσκο αίμα κάθε χρόνο, θα μας αφήσει ήσυχους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δίνω
    • εγκαινιάζω
    • τάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consecrate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consecrate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγιάζω
  • αγιασμός · καθαγίαση · χειροτονία · χρίση · Ἁγιασμός
  • αγιασμός · καθαγίαση · χειροτονία · χρίση · Ἁγιασμός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consecrate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη