Μετάφραση του "consecration" σε Ελληνικά

Οι καθαγίαση, χειροτονία, αγιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consecration" σε Ελληνικά.

consecration noun γραμματική

The act or ceremony of consecrating; the state of being consecrated; dedication. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαγίαση

    noun feminine

    action of consecrating

    And what if a mouse eats it after the consecration?

    Και τι θα γινόταν αν ένα ποντίκι το έτρωγε, μετά την καθαγίαση

  • χειροτονία

    feminine

    action of consecrating

    Not to wait for the Emperor's approval of your consecration... was a provocation.

    Ήταν πρόκληση που δεν περιμέναμε έγκριση για τη χειροτονία σας!

  • αγιασμός

    noun

    The consecrated host bans the vampire.

    Ο αγιασμός απωθεί τον βρυκόλακα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χρίση
    • Ἁγιασμός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consecration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consecration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αγιάζω · αφιερώνω · δίνω · εγκαινιάζω · καθαγιάζω · τάζω
  • αγιάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consecration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη