Μετάφραση του "considerable" σε Ελληνικά
Οι σημαντικός, αξιοσημείωτος, αξιόλογος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "considerable" σε Ελληνικά.
Significant; worth considering. [..]
-
σημαντικός
adjective masculineAt the same time, the instruments to achieve the objectives have also changed considerably.
Ταυτόχρονα, τα μέσα για την επίτευξη των στόχων μεταβλήθηκαν επίσης σημαντικά.
-
αξιοσημείωτος
adjectiveCaptain, before you launch, you should be aware there is a considerable debris field between our ships.
Κάπτεν, πριν εκτοξευτείτε πρέπει να μάθετε οτι υπάρχει ένας αξιοσημείωτος όγκος από συντρίμμια ανάμεσα στα σκάφη.
-
-
αξιόλογος
adjective masculineConsiderable time, expense and effort have been required to spread the “good news” in these islands.
Χρειάσθηκε αξιόλογος χρόνος, δαπάνη και προσπάθεια για να διαδοθούν τα «αγαθά νέα» στα νησιά αυτά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " considerable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "considerable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περίοδος εξέτασης
-
αβρός · διακριτικός · ευγενικός · συμπονετικός · συνετός · φιλότιμος
-
αρκετά · πολύ · σημαντικά
-
σύστημα αντιπαροχής
-
έναντι καλοπροαίρετης και χρηματικής αμοιβής
-
Μελέτη, εξέταση, θεώρηση
-
στα υπόψη · υπό εξέταση
-
αβρότητα · αμοιβή · αναλογισμός · αντάλλαγμα · αντιπαροχή · γνώμονας · εκτίμηση · ενδιαφέρον · ευγένεια · θεώρηση · κριτήριο · λεπτότητα · λόγος · μελέτη · παράγοντας · παράμετρος · παροχή · πληρωμή · προϋπόθεση · σεβασμός · σκέψη · στοχασμός · συζήτηση · συναίσθηση · συνθήκες · υπόληψη