Μετάφραση του "considerate" σε Ελληνικά

Οι διακριτικός, ευγενικός, συνετός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "considerate" σε Ελληνικά.

considerate adjective verb γραμματική

consciously thoughtful and observant (often of other people); caring [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακριτικός

    adjective masculine

    Good advice for all is to be considerate of the other person’s desire for privacy.

    Μια καλή συμβουλή για όλους είναι το να είμεθα διακριτικοί στην επιθυμία των άλλων να είναι μόνοι.

  • ευγενικός

    adjective masculine

    I put Clyde in your bed in an effort to be a more considerate flat mate.

    Έβαλα τον Κλάιντ στο κρεβάτι σου σε μια προσπάθεια να είμαι πιο ευγενικός συγκάτοικος.

  • συνετός

    And Sergei is so - an exceptional leader, always considerate and always... decisive?

    Κι ο Σεργκέι είναι τόσο ξεχωριστός ηγέτης, πάντα συνετός και πάντα... αποφασιστικός?

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμπονετικός
    • αβρός
    • φιλότιμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " considerate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "considerate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περίοδος εξέτασης
  • αρκετά · πολύ · σημαντικά
  • · αξιοσημείωτος · αξιόλογος · σημαντικός
  • σύστημα αντιπαροχής
  • έναντι καλοπροαίρετης και χρηματικής αμοιβής
  • Μελέτη, εξέταση, θεώρηση
  • στα υπόψη · υπό εξέταση
  • αβρότητα · αμοιβή · αναλογισμός · αντάλλαγμα · αντιπαροχή · γνώμονας · εκτίμηση · ενδιαφέρον · ευγένεια · θεώρηση · κριτήριο · λεπτότητα · λόγος · μελέτη · παράγοντας · παράμετρος · παροχή · πληρωμή · προϋπόθεση · σεβασμός · σκέψη · στοχασμός · συζήτηση · συναίσθηση · συνθήκες · υπόληψη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "considerate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη