Μετάφραση του "consistence" σε Ελληνικά
Οι συνέπεια, συνοχή, πυκνότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consistence" σε Ελληνικά.
the physical quality which is given by the degree of firmness, solidity, density, and viscosity [..]
-
συνέπεια
noun feminineThe extension to this deadline is necessary for consistency with other amendments proposed.
Η παράταση της σχετικής προθεσμίας είναι αναγκαία για τη συνέπεια με άλλες προτεινόμενες τροποποιήσεις.
-
συνοχή
feminineAlso, a harmonised approach to penalties should be introduced in order to ensure consistency.
Επίσης, θα πρέπει να εφαρμοστεί μια εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά τις κυρώσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί συνοχή.
-
πυκνότητα
noun feminineThe moisture reduces slowly and steadily and the cuts acquire greater consistency.
Κατόπιν ακολουθεί αργή και σταδιακή μείωση του βαθμού υγρασίας κατά την οποία τα τεμάχια αποκτούν μεγαλύτερη πυκνότητα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σταθερότητα
- ακολουθία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consistence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Συνέπεια, σταθερότητα
Φράσεις παρόμοιες με "consistence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
· ακολουθία · πυκνότητα · σταθερότητα · συνέπεια · συνοχή
-
σταθερή κατάσταση
-
συνέπεια, συνοχή δεδομένων
-
συνεπής πολιτική
-
· ομοιόμορφος · σαφής · σταθερός · συνεπής · συνεπής, σταθερός · συστηματικός · σύμφωνος · τυπικός
-
συνίσταμαι
-
αποτελούμαι από
-
Ατομικότητα, συνοχή, απομόνωση, ανθεκτικότητα