Μετάφραση του "consistent" σε Ελληνικά
Οι συνεπής, σταθερός, σύμφωνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consistent" σε Ελληνικά.
of a regularly occurring, dependable nature [..]
-
συνεπής
adjective masculine, feminineThe selection of credit rating agencies should remain consistent over time.
Η επιλογή των οργανισμών αυτών θα πρέπει να είναι διαχρονικώς συνεπής.
-
σταθερός
adjective masculineThe method chosen shall be applied in a consistent manner overtime.
Η επιλεγείσα μέθοδος εφαρμόζεται με τρόπο διαχρονικά σταθερό.
-
σύμφωνος
Adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συστηματικός
- τυπικός
- σαφής
- ομοιόμορφος
- συνεπής, σταθερός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " consistent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Consistent" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Consistent στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "consistent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
· ακολουθία · πυκνότητα · σταθερότητα · συνέπεια · συνοχή
-
ακολουθία · πυκνότητα · σταθερότητα · συνέπεια · συνοχή
-
σταθερή κατάσταση
-
συνέπεια, συνοχή δεδομένων
-
συνεπής πολιτική
-
συνίσταμαι
-
αποτελούμαι από
-
Ατομικότητα, συνοχή, απομόνωση, ανθεκτικότητα