Μετάφραση του "consort" σε Ελληνικά

Οι σύζυγος, σύντροφος, σύζυγος μονάρχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consort" σε Ελληνικά.

consort verb noun γραμματική

The spouse of a monarch. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύζυγος

    noun m;f masculine;feminine

    husband, wife, companion or partner [..]

    Tell me what she'll think if her consort is put to death for treason.

    Πες μου τι θα σκεφτεί αν το σύζυγό της τίθεται σε θάνατο για προδοσία.

  • σύντροφος

    noun masculine

    Here are rare shots of a newborn queen and her consorts.

    Eδώ βλέπουμε σπάνιες εικόνες νεογνής βασίλισσας με τους συντρόφους της.

  • σύζυγος μονάρχη

    m;f masculine;feminine

    spouse of a monarch

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμφωνώ
    • εναρμονίζομαι
    • συναρμόζομαι
    • συνδυάζομαι
    • συναναστρέφομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Consort proper

A village in Alberta, Canada.

+ Προσθήκη

"Consort" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Consort στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "consort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη