Μετάφραση του "constantly" σε Ελληνικά

Οι πάντοτε, πάντα, συνεχώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "constantly" σε Ελληνικά.

constantly adverb γραμματική

(obsolete) With steadfastness; with resolve; in loyalty, faithfully. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάντοτε

    adverb

    At all times.

    Efforts to develop better stunning procedures should be constantly ongoing.

    Η ανάπτυξη καλύτερων τεχνικών αναισθητοποίησης θα πρέπει πάντοτε να προωθείται.

  • πάντα

    adverb

    At all times.

    Because you constantly rush into things without thinking, only to get your heart broken.

    Γιατί πάντα βιάζεσαι χωρίς να σκέφτεσαι και στο τέλος πληγώνεσαι.

  • συνεχώς

    adverb

    It employs the most advanced technology and is constantly updated.

    Χρησιμοποιεί την πιο προηγμένη τεχνολογία και ενημερώνεται συνεχώς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαρκώς
    • μονίμως
    • τακτικά
    • συνέχεια
    • σταθερά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constantly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "constantly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constantly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη