Μετάφραση του "constipation" σε Ελληνικά

Το δυσκοιλιότητα είναι η μετάφραση του "constipation" σε Ελληνικά.

constipation noun γραμματική

Act of crowding anything into a lesser compass, or the state of being crowded or pressed together; condensation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσκοιλιότητα

    noun feminine

    state of bowels [..]

    Hate to see what happens when you're constipated.

    Δεν θέλω να ξέρω τι συμβαίνει όταν έχετε δυσκοιλιότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constipation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "constipation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • προκαλώ δυσκοιλιότητα
  • δυσκοίλιος · κομπλεξικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constipation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη