Μετάφραση του "constitute" σε Ελληνικά

Οι αποτελώ, απαρτίζω, συγκροτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "constitute" σε Ελληνικά.

constitute verb noun γραμματική

To cause to stand; to establish; to enact. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτελώ

    verb

    απαρτίζω, συγκροτώ

    They will not constitute a precedent for Community trade policy with other third countries.

    Δεν αποτελούν προηγούμενο για την εμπορική πολιτική της Κοινότητας με άλλες τρίτες χώρες.

  • απαρτίζω

    verb

    Option IV should be constituted by rules which are applicable if the parties do not otherwise agree.

    Η επιλογή IV θα πρέπει να απαρτίζεται από κανόνες εφαρμοστέους εφόσον δεν υπάρχει άλλη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων.

  • συγκροτώ

    Verb

    How was it constituted, what is its brief, what is its composition, and when does it propose to submit a report?

    Πώς συγκροτήθηκε, ποια είναι η αποστολή της, ποια είναι η σύνθεσή της και πότε προτίθεται να υποβάλει έκθεση;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκλέγω
    • καθορίζω
    • διορίζω
    • συνιστώ
    • συνθέτω
    • ορίζω
    • στοιχειοθετώ
    • βάζω
    • κάνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constitute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "constitute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constitute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη