Μετάφραση του "consumable" σε Ελληνικά

Οι αναλώσιμος, Αναλώσιμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consumable" σε Ελληνικά.

consumable adjective noun γραμματική

That is consumed or depleted upon use. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναλώσιμος

    adjective masculine

    προϊόντα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consumable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Consumable
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αναλώσιμο

    Consumable reagent (where appropriate) ...

    Αναλώσιμο αντιδραστήριο (κατά περίπτωση) ...

Φράσεις παρόμοιες με "consumable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consumable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη