Μετάφραση του "consumerism" σε Ελληνικά

Οι καταναλωτισμός, Καταναλωτισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consumerism" σε Ελληνικά.

consumerism noun γραμματική

A policy of protecting and informing consumers through honesty in advertising and packaging, improved safety standards etc [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταναλωτισμός

    noun masculine

    Yet consumerism can be a deterrent to having children.

    Ωστόσο, ο καταναλωτισμός μπορεί να αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα για την απόκτηση παιδιών.

  • Καταναλωτισμός

    social and economic order that encourages the purchase of goods and services in ever-greater amounts

    Yet consumerism can be a deterrent to having children.

    Ωστόσο, ο καταναλωτισμός μπορεί να αποτελέσει αποτρεπτικό παράγοντα για την απόκτηση παιδιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consumerism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consumerism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consumerism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη