Μετάφραση του "Consumption" σε Ελληνικά

Οι Κατανάλωση, κατανάλωση, φυματίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Consumption" σε Ελληνικά.

Consumption
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κατανάλωση

    Electric energy consumption for externally chargeable hybrid electric vehicles

    Κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για υβριδικά ηλεκτρικά οχήματα εξωτερικής φόρτισης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Consumption " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

consumption noun γραμματική

The act of consuming something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατανάλωση

    noun feminine

    the amount consumed [..]

    The food poisoning is linked to the consumption of mascarpone cheese wrapped in cling-foil.

    Η τροφική δηλητηρίαση συνδέεται με την κατανάλωση τυριού Mascarpone συσκευασμένου σε στεγανό υμενώδες κάλυμμα.

  • φυματίωση

    noun feminine

    4. (a) Older Use. tuberculosis of the lungs. | (b) progressive wasting of the body. [dictionary.com]

    This is where my mother was when the consumption took her.

    Εδώ ήταν η μητέρα μου όταν την χάσαμε από φυματίωση.

  • ανάλωση

    noun

    The items used, time spent and costs incurred during servicing that are not included in the invoice to the customer.

    Output is recorded as a resource and intermediate consumption as a use in the production account.

    Η παραγωγή καταγράφεται στους πόρους και η ενδιάμεση ανάλωση στις χρήσεις του λογαριασμού παραγωγής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φθίση
    • χρήση
    • κατάποση

Φράσεις παρόμοιες με "Consumption" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Consumption" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη