Μετάφραση του "continuity" σε Ελληνικά

Οι συνέχεια, διάρκεια, συνέχεια, συνοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "continuity" σε Ελληνικά.

continuity noun γραμματική

Lack of interruption or disconnection; the quality of being continuous in space or time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνέχεια

    noun feminine

    lack of interruption

    However, this idea was later abandoned and the market continued to be oversupplied.

    Ωστόσο, η ιδέα αυτή εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια και εξακολούθησε να υπάρχει υπερβάλλουσα προσφορά στην αγορά.

  • διάρκεια, συνέχεια

    feminine

    Duration, continuation and termination of a KIC

    Διάρκεια, συνέχεια και τέλος μιας κοινότητας γνώσης και καινοτομίας

  • συνοχή

    It's created continuity holes in active storylines all over the park.

    Έχει δημιουργήσει κενά στη συνοχή ενεργών σεναρίων σε όλο το πάρκο.

  • χρονική συνέχεια

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " continuity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "continuity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "continuity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη