Μετάφραση του "convicted" σε Ελληνικά
Οι κατάδικος, καταδικασθείς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "convicted" σε Ελληνικά.
convicted
verb
Simple past tense and past participle of convict. [..]
-
κατάδικος
nounYeah, but not every convict can do it.
Ναι, αλλά δεν μπορούν να το κάνουν όλοι οι κατάδικοι.
-
καταδικασθείς
Now, his chances of convicting you without her are remote.
Τώρα, οι ελπίδες του να σε καταδικάσει χωρίς αυτή είναι λίγες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " convicted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "convicted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαρυποινίτης
-
καταδίκη · καταδικαστική απόφαση
-
αποδεικνύω · εξόριστος · κατάδικος · καταδικάζω
-
προηγούμενη καταδίκη
-
κατάδικος κακουργήματος
-
καταδικάζω
-
έχω το θάρρος της γνώμης μου, των πεποιθήσεών μου
-
είμαι πειστικός · πείθω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη