Μετάφραση του "conviction" σε Ελληνικά
Οι πεποίθηση, καταδίκη, πίστη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conviction" σε Ελληνικά.
(countable) A firmly held belief. [..]
-
πεποίθηση
noun femininefirmly held belief [..]
It is my personal conviction that it can expect the most Slovenia can give.
Αποτελεί προσωπική μου πεποίθηση πως μπορεί να αναμένει ό,τι περισσότερο μπορεί να δώσει η Σλοβενία.
-
καταδίκη
noun femininejudgement of guilt
I've always felt that your conviction was politically motivated.
Πάντα ένιωθα ότι η καταδίκη σου είχε πολιτικό κίνητρο.
-
πίστη
noun femininefirmly held belief
Billie is living her life with courage and conviction.
Billie ζει τη ζωή της με θάρρος και πίστη.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταδικαστική απόφαση
- φρόνημα
- Καταδίκη
- άρθρο της πίστης
- δυνατή πίστη
- εκ πεποιθήσεως
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conviction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Conviction" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Conviction στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "conviction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βαρυποινίτης
-
καταδίκη · καταδικαστική απόφαση
-
αποδεικνύω · εξόριστος · κατάδικος · καταδικάζω
-
προηγούμενη καταδίκη
-
κατάδικος · καταδικασθείς
-
κατάδικος κακουργήματος
-
καταδικάζω
-
έχω το θάρρος της γνώμης μου, των πεποιθήσεών μου