Μετάφραση του "convulsion" σε Ελληνικά
Οι σπασμός, κρίση, αναταραχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "convulsion" σε Ελληνικά.
convulsion
noun
γραμματική
(medicine) An intense, paroxysmal, involuntary muscular contraction. [..]
-
σπασμός
noun masculinean uncontrolled fit [..]
His body was convulsing but stopped in transit.
Το σώμα του είχε σπασμούς οι οποίοι σταμάτησαν κατά την μεταφορά.
-
κρίση
noun femininean uncontrolled fit
He had convulsions all of a sudden and lost consciousness.
Έπαθε κρίσεις ξαφνικά κι έχασε τις αισθήσεις του.
-
αναταραχή
noun feminineviolent turmoil
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναστάτωση
- σύσπαση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " convulsion " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "convulsion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σπασμωδικός
-
σπασμωδικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη