Μετάφραση του "convulsive" σε Ελληνικά

Το σπασμωδικός είναι η μετάφραση του "convulsive" σε Ελληνικά.

convulsive adjective

Marked by or having the nature of convulsions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπασμωδικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " convulsive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "convulsive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναστάτωση · αναταραχή · κρίση · σπασμός · σύσπαση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "convulsive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη