Μετάφραση του "cook" σε Ελληνικά
Οι μαγειρεύω, μάγειρας, παρασκευάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cook" σε Ελληνικά.
A person who prepares food for a living. [..]
-
μαγειρεύω
verbto prepare food [..]
Mrs. Wood cooks very well.
Η κυρία Γουντ μαγειρεύει πολύ καλά.
-
μάγειρας
noun masculineoccupation involving cooking food
Tom is a good cook.
Ο Τομ είναι καλός μάγειρας.
-
παρασκευάζω
verbto prepare food [..]
When you cook meth, the fumes, they coat the walls, the floors.
Όταν παρασκευάζεις μεθαμφεταμίνη, οι ατμοί ποτίζουν τοίχους, πατώματα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μάγειρος
- ψήνομαι
- μαγείρισσα
- τηγανίζω
- μαγειρας
- ψήνω
- φτιάχνω
- κάνω
- βράζω
- πλαστογραφώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cook " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
An English occupational surname for a cook, or a seller of cooked food. [..]
"Cook" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Cook στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "cook"
Φράσεις παρόμοιες με "cook" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ζαχαροπλάστης
-
κουζίνα · φούρνος
-
κάνω χαλάστρα σε κπ
-
Μαγειρική · κουζίνα · μαγείρεμα · μαγειρική · παρασκευή
-
επανορθώνω
-
πετάς! · σκίζεις · τώρα δεν πιάνεσαι!
-
νήσοι κουκ
-
μαγειρεύω