Μετάφραση του "cooked" σε Ελληνικά

Οι μαγειρευμένος, βραστό, μαγειρεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cooked" σε Ελληνικά.

cooked adjective verb γραμματική

Of food, that has been prepared by cooking. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγειρευμένος

    masculine

    of food, that has been prepared by cooking [..]

    The cooked rind, pig's liver and onions are ground through a 3 mm disc.

    Ο μαγειρευμένος πολτός, το συκώτι χοίρου και τα κρεμμύδια περνούν μέσα από δίσκο με οπές 3 mm.

  • βραστό

    noun neuter

    I was hungry, so I said that she could exchange a cooked egg for the booklet.

    Πεινούσα, και έτσι της είπα ότι θα μπορούσε να δώσει ένα βραστό αβγό ως αντάλλαγμα για το βιβλιάριο.

  • μαγειρεμένος

    adjective masculine

    So if Frank's body were in Harding's curing barn, that would explain how it got cooked.

    Οπότε αν το σώμα του Φρανκ ήταν στην αποθήκη ζύμωσης του Χάρντιν, αυτό θα εξηγούσε πώς κατέληξε μαγειρεμένος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαγειρευμένη
    • μαγειρευμένο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cooked " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "cooked" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ζαχαροπλάστης
  • βράζω · κάνω · μάγειρας · μάγειρος · μαγείρισσα · μαγειρας · μαγειρεύω · παρασκευάζω · πλαστογραφώ · τηγανίζω · φτιάχνω · ψήνομαι · ψήνω
  • κουζίνα · φούρνος
  • κάνω χαλάστρα σε κπ
  • Μαγειρική · κουζίνα · μαγείρεμα · μαγειρική · παρασκευή
  • επανορθώνω
  • πετάς! · σκίζεις · τώρα δεν πιάνεσαι!
  • νήσοι κουκ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cooked" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη