Μετάφραση του "corrective" σε Ελληνικά

Οι διορθωτικός, σωφρονιστικός, πειθαρχικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corrective" σε Ελληνικά.

corrective adjective noun γραμματική

Of or pertaining to correction; serving to correct [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορθωτικός

    adjective masculine

    He shall take any necessary corrective action and to put in place any necessary preventive measures.

    Λαμβάνει δε όλα τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα και κάθε αναγκαίο προληπτικό μέτρο.

  • σωφρονιστικός

    When the smoke cleared, literally, six prisoners and two correctional officers were dead.

    Όταν αργότερα καθάρισε το τοπίο, έξι κρατούμενοι και δύο σωφρονιστικοί υπάλληλοι ήταν νεκροί.

  • πειθαρχικός

    adjective masculine
  • θεραπεία

    noun

    It is based on the idea that healing can be promoted when spinal misalignments are corrected.

    Βασίζεται στην ιδέα ότι η θεραπεία μπορεί να διευκολυνθεί όταν διορθωθούν οι ανωμαλίες της σπονδυλικής στήλης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corrective " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "corrective" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corrective" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη