Μετάφραση του "correlation" σε Ελληνικά
Οι συσχετισμός, συσχέτιση, συσχετιση,σχεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "correlation" σε Ελληνικά.
A reciprocal, parallel or complementary relationship between two or more comparable objects [..]
-
συσχετισμός
masculineThere is not necessarily a total correlation between the two concepts.
Δεν υπάρχει πράγματι αναγκαστικά απόλυτος συσχετισμός μεταξύ αυτών των δύο εννοιών.
-
συσχέτιση
Noun feminineIt's the downside correlation of their fortunes that will become more and more possible.
Είναι η αρνητική συσχέτιση της μοίρας τους που θα γίνει όλο και πιο πιθανή.
-
συσχετιση,σχεση
There is not necessarily a total correlation between the two concepts.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Συσχέτιση και εξάρτηση
- συσχετική στατιστική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " correlation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Συσχέτιση
Correlation assumptions shall be supported by analysis of objective data in a conceptually sound framework.
Οι υποθέσεις για τη συσχέτιση υποστηρίζονται από ανάλυση αντικειμενικών δεδομένων στα πλαίσια ενός εννοιολογικά άρτιου πλαισίου.
Εικόνες με "correlation"
Φράσεις παρόμοιες με "correlation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έμμεση συσχέτιση · αρνητική συσχέτιση
-
καμπυλόγραμμη συσχέτιση
-
μερική συσχέτιση
-
διεργασία συσχέτισης
-
άμεση συσχέτιση · θετική συσχέτιση
-
έμμεση συσχέτιση · αρνητική συσχέτιση
-
Cum hoc ergo propter hoc
-
άμεση συσχέτιση · θετική συσχέτιση