Μετάφραση του "correspond" σε Ελληνικά

Οι αντιστοιχώ, αλληλογραφώ, αναλογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "correspond" σε Ελληνικά.

correspond verb γραμματική

(intransitive, construed with to ) to be equivalent or similar in character, quantity, quality, origin, structure, function etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντιστοιχώ

    verb

    To be equivalent or similar in character, quantity, quality, origin, structure, function etc

    The titles might correspond.

    Οι τίτλοι θα μπορούσαν να αντιστοιχούν.

  • αλληλογραφώ

    verb

    To exchange messages, especially by postal letter, over a period of time

    But I was able to correspond with my parents regularly, and they encouraged me to remain loyal.

    Ωστόσο, είχα τη δυνατότητα να αλληλογραφώ με τους γονείς μου τακτικά, και εκείνοι με ενθάρρυναν να παραμείνω όσια.

  • αναλογώ

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανταποκρίνομαι
    • συμφωνώ
    • αντιπροσωπεύω
    • ταιριάζω
    • ανταπόκριθει,(ση)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " correspond " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "correspond" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "correspond" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη