Μετάφραση του "corresponding" σε Ελληνικά
Οι αντίστοιχος, αίτιος, σχετικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corresponding" σε Ελληνικά.
corresponding
adjective
noun
verb
γραμματική
Present participle of correspond. [..]
-
αντίστοιχος
adjective masculinethat have a similar relationship
The corresponding amount of new business is the amount of money that has been placed.
Ο αντίστοιχος όγκος νέων εργασιών είναι το ποσό των χρημάτων που έχουν κατατεθεί.
-
αίτιος
adjective -
σχετικός
adjective masculineExplain what reprogramming is required, specifying the budget lines concerned and the corresponding amounts.
Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός, με προσδιορισμό των σχετικών γραμμών του προϋπολογισμού και των αντίστοιχων ποσών.
-
αντεπιστέλλων
adjectiveεπίθετο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " corresponding " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "corresponding" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
· αλληλογραφία · ανταπόκριση · αντιστοιχία · συμμετρία · σύμπτωση
-
Ανταπόκριση, αντιστοιχία
-
δημόσια ανταπόκριση
-
διαπι- στευμένος ανταποκριτής
-
αντιστοικχούν
-
αντεπιστέλλον μέλος · αντεπιστέλλων
-
αντίστοιχες γωνίες
-
Δημόσια ανταπόκριση στα VHF
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη