Μετάφραση του "costing" σε Ελληνικά
Το κοστολόγηση είναι η μετάφραση του "costing" σε Ελληνικά.
costing
noun
verb
γραμματική
Present participle of cost. [..]
-
κοστολόγηση
noun feminineIt also provides guidance on the cost formulas that are used to assign costs to inventories.
Επίσης παρέχει οδηγίες ως προς τους τύπους προσδιορισμού του κόστους που χρησιμοποιούνται για την κοστολόγηση των αποθεμάτων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " costing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "costing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανάλυση κόστους έναντι ωφελημάτων · ανάλυση κόστους-οφέλους · ανάλυση κόστους-ωφέλειας
-
έξοδα · έξοδο · έχω · αντίτιμο · αξία · απώλεια · δαπάνη · κάνω · κοστίζω · κοστολογώ · κόστος · στοιχίζω · τίμημα · τιμή · τιμή κόστους · τιμώμαι
-
προσαρμοσμένο κόστος
-
μετρώ πληγές
-
Πάρα πολύ χαμηλού κόστους
-
κόστος · τιμή κόστους
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη